Κυνηγημένος από τον εαυτό του

Έμεινε απόλυτα ακίνητος καθώς τα βήματα πίσω του ακούγονταν πιο βαριά. Γύρισε απότομα και αυτό που είδε τον έκανε να ασπρίσει από τον φόβο του. Απέναντί του έστεκε ο εαυτός του. Ο άντρας όχι μόνο του έμοιαζε αλλά φορούσε και τα ίδια ρούχα με εκείνον. Το βλέμμα του ήταν βλοσυρό και κρατούσε κάτι αιχμηρό στο δεξί του χέρι. Ότι κι αν ήταν αυτό που είδε, τον έκανε να φοβηθεί για τη ζωή του. Άρχισε να τρέχει μέσα στα σκοτεινά και άδεια σοκάκια της πόλης. Προς μεγάλη του έκπληξη, ο διώκτης του τον κυνηγούσε καταπόδας. Όσο και να έτρεχε, η απόσταση τους φαινόταν να παρέμενε ίδια.

Άλλαξε κατεύθυνση και κινήθηκε σε πιο κεντρικούς δρόμους. Κοίταζε συνέχεια πίσω του, ελπίζοντας πως έχει ξεφύγει αλλά μάταια. Έστριψε απότομα και κατευθύνθηκε στο κοντινότερο σταθμό του μετρό. Σκεφτόταν πως αν και ήταν περασμένη ώρα, θα είχε ακόμα κόσμο. Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες που οδηγούσαν στην αποβάθρα. Όταν έφτασε πήρε μία ανάσα πιο ήρεμος πλέον, μιας και φαινόταν πως είχε ξεφύγει.

Άκουσε το συρμό να καταφθάνει και όταν σταμάτησε, μπήκε γρήγορα μέσα. Το βαγόνι ήταν άδειο αν και ήταν βεβαίως ότι μπήκαν και άλλοι άνθρωποι μαζί του. Η ατμόσφαιρα ήταν απόκοσμη. Δεν ένιωθε το τρένο να κινείται. Ξαφνικά ένας άνδρας εμφανίστηκε απέναντί του.

"Τι θα κάνω με σένα;" τον ρώτησε ξύνοντας τα πυκνά του γενιά. "Θα μπω κατευθείαν στο θέμα γιατί έχω κι άλλες δουλειές να κάνω. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερες αλλά για κάποιο λόγο υπάρχουν δύο εκδοχές του εαυτού σου στον ίδιο χωροχρόνο".

"Τι πρέπει να κάνω;" ρώτησε αποσβολωμένος.

"Ένας από τους δύο πρέπει να φύγει", είπε με νόημα ο γενειοφόρος άνδρας. "Αλλιώς θα εξαφανίσω και τους δύο", συνέχισε. Ύστερα όλα σκοτείνιασαν.

Βρισκόταν τώρα σε ένα σκοτεινό δρομάκι. Παρατήρησε το χώρο γύρω του και είδε έναν άνδρα μπροστά του. Κατάλαβε ότι ήταν ο εαυτός του. Άρπαξε ένα στόμιο, με αιχμηρές άκρες, από ένα σπασμένο μπουκάλι που ήταν πεταμένο κάτω. Άρχισε να ακολουθεί με βαριά βήματα τον άνδρα πού βρίσκονταν μπροστά του. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει...