Το χέρι

Σήμερα ήταν μια διαφορετική μέρα. Ήμουν γεμάτη άγχος. Κρατούσα σφιχτά το χέρι του αδελφού μου, καθώς πήγαινα στον προορισμό μου. Ο αδελφός μου μου έδινε πάντα κουράγιο. Δεν πήγα για δουλειά. Είχα κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω. Κράτησα πάλι σφιχτά το χέρι του αδελφού μου καθώς κοίταξα την εξώπορτα του νεκροταφείου. Δεν μπήκα μέσα. Αλλά κατευθύνθηκα προς το διπλανό παρκάκι. Βρήκα το σημείο που είχα σημαδέψει. Κι άρχισα να σκάβω. Αφού έσκαψα αρκετά, τοποθέτησα με ευλάβεια το χέρι του αδελφού μου στον τάφο του.