Το δώρο του Δαίμονα

Το σώμα μου είναι βαρύ, με δυσκολία μπορώ να περπατήσω. Το αριστερό μου πόδι ήδη δεν το νιώθω, σέρνεται παράλληλα με το υπόλοιπο σώμα μου, ένα επιπλέον βάρος που δεν μπορώ να διώξω. Μόνο μία σκέψη με κάνει να συνεχίζω, μία σκέψη που με κρατάει ακόμα ζωντανό και μου έδινε τη δύναμη να συνεχίζω να περπατάω στο μονοπάτι που επέλεξα. Να δω για τελευταία φορά το μέρος που γεννήθηκα, το όμορφο χωρίο μου με τους καλοσυνάτους του ανθρώπους.

Την φύση που άλλαζε χρώματα ανάλογα με την εποχή, μια πανδαισία χρωμάτων, πότε κίτρινα και καφέ συνοδευόμενα από τις μουσικές των τζιτζικιών, πότε καφέ και μπρούτζινα, που με το πρώτο αεράκι τα φύλλα των δέντρων δημιουργούσαν μελαγχολικές πινελιές με γκρίζο φόντο. Πότε άσπρα με τον καπνό από τις καμινάδες των σπιτιών να διώχνει την μονοτονία, περιμένοντας υπομονετικά να έρθει η άνοιξη. Η πολύχρωμη άνοιξη, με τα λουλούδια στους αγρούς να σχηματίζουν ουράνια τόξα, με τις κερασιές να ανθίζουν.

Πόσο θα ήθελα να πιω για τελευταία φορά σάκε κάτω που την κερασιά που είχε φυτέψει ο πατέρας μου. Ποτέ δεν κράτησα την υπόσχεση μου μαζί του, πως όταν μεγαλώσει η κερασιά θα καθόμασταν να απολαύσουμε το άνθισμα της μαζί.

Το βάρος στο σώμα μου αυξάνεται, ο δροσερός βραδινός φθινοπωρινός αέρας δεν είναι αρκετός για να δροσίσει αυτό το γερασμένο πια κορμί. Ένα βήμα ακόμα, μόνο ένα βήμα, καταραμένα πόδια, μην με εγκαταλείπετε τώρα. Μάταια, τα πόδια μου δεν με υπακούν, δεν μπορώ να κουνηθώ. Η όραση μου χάνεται, τα πάντα γύρω μου είναι θολά. Τα μάτια μου κλείνουν, το σώμα μου λυγίζει, θέλω να ξαπλώσω, εδώ, πάνω στο νωπό χώμα, πόσο κουρασμένος είμαι. Εδώ τελειώνει το ταξίδι μου; Ίσως είναι καλύτερα έτσι, τώρα θα μπορέσω να ξεκουραστώ, θα μπορέσω να συναντήσω τον πατέρα μου και να του ζητήσω να με συγχωρέσει..

«Γέροντα! Γέροντα!». Κάποιος με φωνάζει, η φωνή του ακούγεται πολύ απαλή, διαλύεται στον αέρα.

«Γέροντα! Γέροντα!». Την ακούω πάλι, είναι άραγε τα πνεύματα του θανάτου που ήρθαν να με παραλάβουν;

«Γέροντα!». Ανοίγω τα μάτια μου, τα πάντα γύρω μου είναι θολά, το μόνο που διακρίνεται είναι μία φιγούρα μπροστά μου.

«Γέροντα είσαι καλά;». Η όραση μου σιγά σιγά επανέρχεται. Βλέπω έναν νεαρό μοναχό μπροστά μου. Είχε ανάψει φωτιά και μου περιποιόταν τις πληγές μου.

Γεννήθηκα πριν πολλά χρόνια σε ένα χωριό, μίας μέρας δρόμο από εδώ που είμαστε. Ο πατέρας μου ήταν ο άρχοντας της περιοχής, ήταν καλός άνθρωπος και αγαπητός σε όλους. Με μεγάλωσε με αξίες, μου δίδαξε πως να μάχομαι για να προστατεύω τον εαυτό μου και τους γύρω μου. Τα χρόνια πέρασαν ειρηνικά και ξένοιαστα.

Όλα όμως έσβησαν ένα βράδυ, εκείνο το βροχερό χειμωνιάτικο βράδυ. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει λες και ο Ράιτζιν, ο θεός του κεραυνού είχε κηρύξει πόλεμο στην ανθρωπότητα. Οι σκεπές από τα σπίτια διαλύονταν η μία μετά την άλλη, είτε από τους κεραυνούς που έπεφταν είτε από τους δυνατούς ανέμους που γκρέμιζαν ότι υπήρχε στο διάβα τους. Το ποτάμι υπερχείλισε, παρασέρνοντας στο διάβα του σπίτια, δέντρα, ανθρώπους και ζώα, σαν ένα τεράστιο στόμα, καταβρόχθιζε ασταμάτητα. Κοιτούσα γύρω μου αλλά δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Δεν ήξερα τι να κάνω, όλα εκείνα που μου δίδαξε ο πατέρας μου δεν μπορούσα να τα εφαρμόσω.

«Πώς μπορούσα να πολεμήσω τους θεούς και τα στοιχεία της φύσης;». Χαμένος μέσα στο φόβο και στις σκέψεις μου, ένιωσα ένα δυνατό πόνο στο κεφάλι μου και όλα έσβησαν. Δεν γνωρίζω πόση ώρα είχε περάσει όταν βρήκα τις αισθήσεις μου. Το ποτάμι με είχε παρασύρει αρκετές εκατοντάδες μέτρα από το χωριό. Σηκώθηκα με δυσκολία, το κεφάλι μου πονούσε τρομερά και αιμορραγούσε. Κοίταξα γύρω μου, η καταιγίδα είχε σταματήσει, ο ουρανός ήταν καθαρός και το φως το φεγγαριού φώτιζε την περιοχή.

Το φως ήταν αρκετά δυνατό για δω τι άφησε πίσω στο διάβα της η καταιγίδα. Το θέαμα ήταν τρομακτικό, σκεπές πεσμένες δεξιά και αριστερά, παρασύρθηκαν μέχρι εδώ από το χωριό και συνέχιζαν για ακόμα πιο μακριά. Το ποτάμι μετέφερε ερείπια και πτώματα. Έτρεξα προς το ποτάμι μήπως βρω κάποιον ζωντανό, μάταια όμως, όλοι ήταν νεκροί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Η απελπισία με έκανε να γονατίσω, τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν και ξέσπασα σε λυγμούς.

«Γιατί; Γιατί;». Ούρλιαξα και φώναζα. «Γιατί ακόμα και τα παιδιά;». Τις φωνές μου, τις διέκοψε ένα κλάμα, ένα κλάμα μωρού. Σκουπίζω τα μάτια μου και κοιτάω τριγύρω αλλά δεν βλέπω το μωρό. Συγκεντρώνομαι στο κλάμα, ακούγεται να είναι μακριά από εμένα. Κοιτάω προς το μέρος όπου ακούγεται το κλάμα και βλέπω τις παρυφές ενός δάσους. Δεν το είχα ξαναδεί αυτό το δάσος και ήμουν σίγουρος ότι δεν υπήρχε δάσος σε αυτήν την περιοχή.

Δεν έδωσα περισσότερη σημασία στο δάσος και το λόγο της ύπαρξης του, το μόνο που με ένοιαζε ήταν να βρω το μωρό, τουλάχιστον να σώσω ένα άτομο από αυτήν την καταστροφή. Μπήκα τρέχοντας μέσα στο δάσος, ήταν πυκνό, το φως του φεγγαριού με δυσκολία πέρναγε μέσα από τα πυκνά φύλλα των δέντρων. Άκουγα φωνές και ουρλιαχτά ζώων, αλλά δεν έδινα σημασία, το μόνο που με ένοιαζε ήταν να βρω το μωρό.

Δεν ξέρω πόση ώρα έτρεχα ακολουθώντας το κλάμα του μωρού, ώσπου έφτασα σε ένα ξέφωτο. Δεν ήταν πολύ μεγάλο. Το φως του φεγγαριού έπεφτε επάνω σε μία κατασκευή που έμοιαζε με βωμό, ίσως αφιερωμένο σε κάποιο πνεύμα. Πάνω στο βωμό ήταν ακουμπισμένο ένα μωρό. Πλησίασα προς το βωμό, η χαρά μου ήταν μεγάλη που κατάφερα να βρω το μωρό. Το πήρα στην αγκαλιά μου και παρατήρησα ότι τα χέρια του ήταν παραμορφωμένα.

«Μην φοβάσαι, θα σε προστατεύσω, αρκετό θάνατο είδα σήμερα».

«Τι νομίζεις ότι κάνεις με το φαγητό μου;». Ακούστηκε μια φωνή που τράνταξε ολόκληρο το δάσος.

Χωρίς δεύτερη σκέψη κράτησα το μωρό με το αριστερό μου χέρι και με το δεξί τράβηξα την κατάνα μου. Κοίταξα γύρω μου αλλά δεν είδα κανέναν.

«Νομίζεις ότι το όπλο σου θα σε προστατέψει νεαρέ σαμουράι;».

«Μείνε μακριά δαίμονα!». Φώναξα με όλη μου την δύναμη.

Ένιωσα κάτι να πλησιάζει το μωρό αλλά δεν έβλεπα κανέναν. Ενστικτωδώς γύρισα το κορμί μου για να προστατεύσω το μωρό. Ένιωσα ένα δυνατό χτύπημα στην πλάτη, ούρλιαξα από τον πόνο και γονάτισα στο έδαφος. Δεν είχα δύναμη να σηκωθώ, δεν είχα δύναμη ούτε την κατάνα μου να κρατήσω.

«Δαίμονα!», φώναξα. «Πάρε τη δικιά μου ζωή αλλά άσε το μωρό να ζήσει».

«Είσαι σε θέση να έχεις απαιτήσεις; Μπορώ να πάρω τις ζωές και των δυο σας, γιατί να αφήσω μία να μου φύγει;», μου απάντησε με βροντερή φωνή.

«Το μωρό δεν έχει ζήσει τίποτα ακόμα από την ζωή, δεν είναι δίκαιο να πεθάνει χωρίς να του δοθεί μία ευκαιρία».

«Δεν είναι δίκαιο, δεν είναι δίκαιο, είπε». Τα λόγια του δαίμονα ακολούθησε ένα γέλιο που πάγωσε την ψυχή μου. «Δικαιοσύνη είναι μία έννοια που δημιουργήσατε εσείς οι άνθρωποι για να δικαιολογείτε και να δίνετε αξία και νόημα στις πράξεις σας».

«Όχι!», φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει. «Η δικαιοσύνη υπάρχει παντού γύρω μας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο βρίσκει πάντα το δρόμο της».

Το γέλιο του δαίμονα συνεχίστηκε καθώς είπα την τελευταία μου λέξη. Ένιωθα το τέλος μου να πλησιάζει. Κοίταξα γύρω μου μήπως βρω ένα τρόπο να σώσω το μωρό. Δεν είχα δύναμη να τρέξω, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Πήρα αγκαλιά το μωρό και περίμενα το τέλος μας.

«Καλώς νεαρέ σαμουράι, μου κίνησες το ενδιαφέρον. Θα σας αφήσω να ζήσετε. Και επειδή με έκανες να γελάσω, θα σου δώσω και ένα δώρο. Θα σου δώσω τη δύναμη για να αντιληφθείς καλύτερα αυτό που εσείς οι άνθρωποι αποκαλείτε δικαιοσύνη».

Τα λόγια του δαίμονα μου έδωσαν χαρά. Μια χαρά που κράτησε μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Το δάσος εξαφανίστηκε, μαζί του και η παρουσία του δαίμονα. Κάτι που έμοιαζε με ομίχλη τύλιξε εμένα και το μωρό. Μία ομίχλη που δεν είχα ξαναδεί, διαφορετική. Μπορούσα να διακρίνω εκατοντάδες αέρινες μορφές να γυρίζουν γύρω μας, σαν να χορεύουν.

Ξαφνικά, οι μορφές άρχισαν να κινούνται προς το μέρος μου και με μεγάλη ταχύτητα άρχισαν να μπαίνουν στο σώμα μου μέσω της μύτης και του στόματος τους. Δεν μπορούσα να φέρω αντίσταση, δεν μπορούσα να αναπνεύσω. Πανικός με κατέλαβε, ήλπιζα να τελειώσει γρήγορα αυτό το μαρτύριο. Δεν γνωρίζω πόσες φιγούρες απορρόφησα, έμπαιναν μέσα μου ασταμάτητα. Το σώμα μου άρχισε να πονά, πληγές άνοιγαν παντού επάνω μου. Ένιωθα εκατοντάδες σπαθιά, μαχαίρια και διάφορα άλλα αιχμηρά αντικείμενα να με διαπερνούν.

Σε κάθε χτύπημα ένιωθα ότι πέθαινα, είχα ξαπλώσει στο έδαφος και περίμενα να πεθάνω αλλά ο θάνατος δεν ερχόταν. Το μόνο που ερχόταν ήταν το επόμενο χτύπημα και το επόμενο και το επόμενο. Άλλοτε ένιωθα σαν κάποιος να με πνίγει λες και αόρατα χέρια έσφιγγαν το λαιμό μου. Άλλοτε ένιωθα ότι πνιγόμουν και έφτυνα μεγάλες ποσότητες νερού σαν να είχα βυθιστεί σε κάποια λίμνη ή θάλασσα.

Κάποια στιγμή το μαρτύριο τελείωσε, μόνο και μόνο για να αρχίσει το επόμενο. Ένας φριχτός πονοκέφαλος με κυρίευσε. Εκατοντάδες φωνές ηχούσαν μέσα στο κεφάλι μου. Άλλοτε με έβριζαν και άλλοτε μου ζήταγαν βοήθεια. Αυτό που ακουγόταν περισσότερες φορές ήταν να σκοτώσω κάποια, κάποιον ή κάτι. Μετά από λίγο δεν καταλάβαινα τι άκουγα, μόνο ακατάληπτους ήχους που δεν μπορούσα να προσδιορίσω.

Μέσα στον πανικό άκουσα ένα κλάμα, ήταν το κλάμα του μωρού. Συγκεντρώθηκα σε αυτόν τον ήχο για να βρω το μωρό, η όραση μου δεν με βοηθούσε γιατί από τον πονοκέφαλο δεν μπορούσα να ανοίξω τα μάτια μου. Πήρα το μωρό στην αγκαλιά μου και σήκωσα την κατάνα μου που ήταν πεσμένη δίπλα του. Άρχισα να προχωράω, χρησιμοποίησα την κατάνα μου ως στήριγμα, δεν γνωρίζω προς τα που πήγαινα, το μόνο που ήθελα ήταν οδηγήσω το μωρό κάπου με ασφάλεια. Ένιωθα ότι έχανα τον εαυτό μου, ένιωθα ότι θα καταρρεύσω, το κλάμα του μωρού ήταν αυτό που με βοηθούσε να ελέγχω τις κινήσεις μου. Κανείς δεν θέλει να αφήνει ένα μωρό να κλαίει αλλά αυτήν τη στιγμή το κλάμα αυτό, ήταν ο μόνος μας οδηγός προς την ασφάλεια.

«Το μωρό δεν είναι ασφαλές μαζί σου! Δώσε το σε εμένα αν θέλεις πραγματικά να ζήσει». Ακούστηκε μία διαπεραστική φωνή που εξαφάνισε τις υπόλοιπες μέσα στο κεφάλι μου. Γύρισα προς την κατεύθυνση της φωνής, η όραση μου δεν είχε επανέλθει. Μέσα στο θολωμένο τοπίο διέκρινα ένα λευκό φως, ένα ζεστό φως που με έκανε να νιώσω ασφάλεια. Έδωσα το μωρό, δεν ξέρω σε ποιόν και πότε δεν έμαθα τι απέγινε από τότε. Το φως εξαφανίστηκε και το σκοτάδι με τύλιξε.

Άνοιξα τα μάτια μου, η όραση μου είχε επανέλθει και οι φωνές στο κεφάλι μου σταμάτησαν. Κοίταξα γύρω μου, ήμουν στο χωριό μου. Δεν γνωρίζω πως έφτασα εδώ. Μπροστά μου βρισκόταν ο πατέρας μου μαζί με άλλους χωρικούς. Μπροστά τους υπήρχε ένας σωρός από πτώματα, ήταν τα πτώματα των χωρικών που έχασαν την ζωή τους από την καταιγίδα.

«Πατέρα πόσο χαίρομαι που είσαι ζωντανός!», φώναξα από την χαρά μου αλλά δεν πήρα καμία απάντηση. Φώναξα και ξαναφώναξα στον πατέρα μου αλλά τίποτα, ούτε προς το μέρος μου δεν γύρισε να κοιτάξει. Προσπάθησα να τον πλησιάσω αλλά το σώμα μου δεν προχωρούσε, στεκόταν εκεί σαν άγαλμα. Θυμός με κυρίευσε, θυμός προς τον πατέρα μου. Γιατί το ένιωθα αυτό; Δεν είχα λόγο για κάτι τέτοιο. Πόνος πλημμύρισε την καρδιά μου, ήταν έτοιμη να σπάσει. Άρχισα να κινούμε προς τον πατέρα μου, ένιωθα ότι κάτι άσχημο θα γίνει. Προσπάθησα να σταματήσω αλλά το σώμα μου δεν με υπάκουε.

«Εσύ ευθύνεσαι για αυτό», είπα στον πατέρα μου. Μα δεν ήθελα να πω αυτό. «Ήταν χρέος σου να μας προστατεύσεις. Εξαιτίας σου έχασα την γυναίκα μου και το παιδί μου», συνέχισα. Μα δεν έχω ούτε γυναίκα ούτε παιδί, τι είναι αυτά που λέω; Και αυτή η φωνή δεν είναι η δική μου, καταλαβαίνω ότι μιλάω εγώ αλλά αυτή δεν είναι η φωνή μου.

«Έχεις δίκιο», απάντησε ο πατέρας μου. «Σας απογοήτευσα όλους, έπρεπε να είχα προετοιμάσει καλύτερα μέτρα στο χωριό ώστε να ήμασταν καλύτερα προετοιμασμένοι για μία επερχόμενη καταστροφή σαν αυτή που ζήσαμε προ ολίγου. Ξέρω πως τα λόγια μου δεν ανακουφίζουν τον πόνο σου. Αν μπορούσα να φέρω πίσω την γυναίκα σου και το παιδί σου με αντάλλαγμα την ζωή μου, θα το έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη».

Πριν προλάβει να τελειώσει την πρόταση του ο πατέρας μου, η κατάνα μου τον διαπέρασε. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο πατέρας μου άφησε την τελευταία του πνοή μέσα στα λασπόνερα σαν ένας κοινός εγκληματίας. Έκλαιγα αλλά δάκρυα δεν έτρεχαν. Ήθελα να τρέξω κοντά του αλλά το σώμα μου προχωρούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ούτε το κεφάλι μου δεν μπορούσα να γυρίσω, προσπάθησα, ξαναπροσπάθησα, αλλά μάταια.

Και αυτή είναι η τελευταία ανάμνηση που έχω από τον πατέρα μου, ξαπλωμένο στο βρεγμένο έδαφος δολοφονημένο από το δικό μου χέρι, με την κατάνα που μου είχε κάνει δώρο. Μετά από λίγο το σώμα μου σταμάτησε στην όχθη του ποταμού.

«Έρχομαι κοντά σας» είπα και ένιωσα αγαλλίαση και ηρεμία. Το σώμα μου περπάτησε λίγα μέτρα μέσα στο ποτάμι και γονάτισε. Το πρόσωπο μου αντανακλάται στα νερά του ποταμού. Κοιτούσα την αντανάκλαση μου αλλά αυτό δεν ήταν το πρόσωπο μου, ήταν το πρόσωπο κάποιου άλλου. Ήταν το πρόσωπο ενός εκ των χωρικών.

«Τι γίνεται εδώ;», σκέφτηκα, «τι έπαθε το πρόσωπο μου;». Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, το σώμα μου άρχισε να πονάει. Κοιτούσα την αντανάκλαση του προσώπου μου και το έβλεπα να αλλάζει. Ένιωθα και το σώμα μου να αλλάζει, ο πόνος ήταν τρομερός. Ένιωθα σαν κάποιος να μου συμπιέζει τα κόκαλα και να μου τραβάει το δέρμα. Μέσα σε λίγες στιγμές το πρόσωπο μου είχε αλλάξει, αλλά πάλι δεν ήταν το πρόσωπο μου. Ήταν το πρόσωπο μίας γυναίκας. Δεν την είχα ξαναδεί, σίγουρα δεν ήταν κάτοικος του χωριού. Σηκώθηκα παρά τη θέληση μου και άρχισα να περπατάω. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που είδα τα μέρη όπου μεγάλωσα.

Περπατούσα για πολλές μέρες χωρίς να γνωρίζω τον προορισμό μου. Στο μυαλό μου άκουγα συνέχεια δύο πράγματα. Το όνομα ενός άνδρα και πως έπρεπε να τον σκοτώσω. Δεν γνώριζα το όνομα αυτό και φυσικά ούτε τον συγκεκριμένο άνδρα. Αλλά μπορούσα να ακούω τις σκέψεις της γυναίκας που έλεγχε το σώμα μου.

Η γυναίκα αυτή ήταν η μοναχοκόρη ενός άρχοντα και παντρεμένη με τον συγκεκριμένο άνδρα. Αγαπούσε πολύ ο ένας τον άλλον, έτσι πίστευε τουλάχιστον εκείνη. Τελικά την είχε παντρευτεί με σκοπό να μπορέσει να γίνει μέλος της οικογένειας της. Δύο χρόνια μετά τον γάμο τους, ο πατέρας της δολοφονήθηκε, αλλά ο δολοφόνος δεν βρέθηκε ποτέ. Ο άνδρας της πήρε τη θέση του πατέρα της και έγινε άρχοντας της περιοχής. Ένα χρόνο μετά τον θάνατο του πατέρα της, ο άνδρας της, την δηλητηρίασε. Λίγο πριν πεθάνει, της είπε, ότι εκείνος σκότωσε τον πατέρα της. Της είπε επίσης ότι δεν την αγάπησε ποτέ, μόνο η περιουσία της τον ενδιέφερε.

Κάποια στιγμή φτάσαμε σε μια πόλη με το όνομα Φουνάι. Αυτή ήταν η πόλη της γυναίκας που έλεγχε το σώμα μου. Περιμέναμε να πέσει το βράδυ, ένιωθα την αγωνία της, με δυσκολία έκανε υπομονή, ήθελε να σκοτώσει τον άνδρα της τώρα αμέσως. Καθώς η μέρα έδινε την θέση της στη νύχτα, πήραμε το δρόμο προς το αρχοντικό.

Καθώς πλησιάζαμε ακούσαμε φωνές και τραγούδια, κάποιοι διασκέδαζαν. Πήγαμε από την πίσω μεριά του αρχοντικού, υπήρχε μία τρύπα στον πέτρινο φράκτη που καλυπτόταν από θάμνους. Μπήκαμε στον κήπο απαρατήρητοι, κρυφτήκαμε και περιμέναμε. Υπήρχαν δύο φρουροί μπροστά μας και ήταν δύσκολο να κινηθούμε. Ξαφνικά δυνατός αέρας σηκώθηκε και πυκνά σύννεφα κάλυψαν τον ξάστερο ουρανό. Δυνατή βροχή άρχισε να πέφτει, ένιωθα πως η γυναίκα αυτό περίμενε.

«Πώς ήξερε ότι θα πιάσει βροχή;», αναρωτήθηκα. Αλλά είχα δει τόσα και τόσα μέχρι τώρα που δεν μου έκανε εντύπωση τίποτα πλέον.

Η γυναίκα έλυσε τα μαλλιά της και τα έριξε μπροστά στο πρόσωπο της. Με αργές κινήσεις σηκώθηκε και στάθηκε όρθια μέσα στη βροχή. Σήκωσε το χέρι της και δυνατός αέρας φύσηξε. Δύο φαναράκια που βρίσκονταν πάνω από τους φρουρούς έπεσαν κάτω, σκοτάδι τύλιξε το μέρος. Ένας δυνατός κεραυνός ακούστηκε και ο κήπος φωτίστηκε για λίγα δευτερόλεπτα.

«Φάντασμα! Φάντασμα!», φώναξαν οι δύο φρουροί έντρομοι καθώς κοίταζαν προς το μέρος μας. Γρήγορα πέταξαν τα όπλα που κρατούσαν και τράπηκαν σε φυγή.

Με αργά βήματα συνεχίσαμε να περπατάμε προς την πόρτα που φύλαγαν οι φρουροί. Όταν φτάσαμε, η γυναίκα έσυρε την πόρτα με δύναμη, την ίδια στιγμή άλλος ένας κεραυνός έκανε την εμφάνιση του. Θυμάμαι ακόμα τα έντρομα πρόσωπα των ανθρώπων μέσα στο δωμάτιο καθώς κοιτούσαν προς το μέρος μας. Φωνές, κλάματα και πανικός γέμισαν το δωμάτιο. Έντρομοι άρχισαν να τρέχουν εδώ και εκεί για να μπορέσουν να ξεφύγουν από αυτό που έβλεπαν. Η γυναίκα δεν τους έδινε σημασία, το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στον άνδρα της. Ο οποίος ήταν πεσμένος στο πάτωμα, παγωμένος από τον φόβο και κοιτούσε με έκπληκτα μάτια την γυναίκα του. Η γυναίκα άρχισε να περπατάει προς το μέρος του με αργά βήματα.

«Σε σκότωσα, είσαι νεκρή, δεν ανήκεις στον κόσμο τον ζωντανών, γύρνα πίσω εκεί που ανήκεις!». Της είπε προσπαθώντας να φανεί θυμωμένος, αλλά η γλώσσα του σώματος του και το χλωμιασμένο του πρόσωπο τον πρόδιδαν.

Η γυναίκα δεν απάντησε, συνέχισε αργά αργά να τον πλησιάζει και ένιωθα το μίσος της να μεγαλώνει.

«Σε παρακαλώ συγχώρεσε με, συγχώρεσε με», την παρακαλούσε κλαίγοντας προσπαθώντας να μετακινηθεί έρποντας μακριά της.

Ένιωσα την γυναίκα να χαμογελάει. Τον πλησίασε και έβαλε τα χέρια της στο λαιμό του. Ο άνδρας δεν μπορούσε να κάνει τίποτα λες και κάτι αόρατο τον κρατούσε κάτω.

«Τώρα θα μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί για πάντα, αιώνια». Του είπε καθώς τον έπνιγε. Σε λίγα δευτερόλεπτα ο άνδρας της κείτονταν νεκρός στο πάτωμα. Η γυναίκα άρχισε να κλαίει και τα δάκρυα της έπεφταν σταγόνα σταγόνα πάνω στο νεκρό πρόσωπο του άνδρα της. Σε λίγο σηκώθηκε και προχωρήσαμε προς τον κήπο.

Η βροχή είχε σταματήσει και ο ουρανός ήταν ξάστερος και πάλι. Μετακινηθήκαμε προς στη λιμνούλα που υπήρχε στον κήπο. Μπήκαμε μέσα, πήγαμε στο κέντρο της λιμνούλας και γονατίσαμε. Το σώμα μου άρχισε πάλι να πονάει όπως τότε που μεταμορφώθηκα σε γυναίκα. Κατάλαβα ότι άλλαζα πάλι, γιατί μόνο τότε ένιωθα αυτούς τους φριχτούς πόνους. Όσο έλεγχε κάποιος το σώμα μου δεν ένιωθα κανένα φυσικό πόνο. Κοίταξα την αντανάκλαση του προσώπου μου στα νερά της λιμνούλας. Το πρόσωπο μου άλλαξε, αυτή τη φορά πήρε την μορφή ενός άνδρα.

Σηκωθήκαμε αργά και περπατήσαμε προς το κέντρο της πόλης. Η πόλη ήταν ανάστατη από το φονικό που έγινε στο αρχοντικό. Ομάδες ανθρώπων με φαναράκια έψαχναν να βρουν τον ένοχο, μαζί τους μοναχοί απήγγειλαν μάντρας για να εξορκίσουν το φάντασμα. Μετακινηθήκαμε προς το λιμάνι και περιμέναμε να ξημερώσει.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου μας βρήκαν επιβάτες σε ένα πλοίο. Πρώτη φορά έβλεπα τη θάλασσα, πόσο απέραντη και γαλάζια ήταν. Ένιωθα ηρεμία, αυτός ο άνδρας δεν μου προκαλούσε αρνητικά συναισθήματα αλλά ούτε και θετικά. Δεν ένιωθα τίποτα, ούτε τις σκέψεις του μπορούσα να ακούσω.

«Ξέρω ότι μπορείς να ακούσεις τις σκέψεις μου όπως επίσης ξέρω ότι δεν μπορείς να μου απαντήσεις. Ονομάζομαι Μάτσουντα Κίντζι και είμαι σαμουράι ή καλύτερα, ήμουν σαμουράι πριν με σκοτώσουν άνανδρα. Σου ζητάω να με συγχωρέσεις που δανείζομαι το σώμα σου για να πάρω την εκδίκηση μου». Ήταν πρώτη και η τελευταία φορά που κάποιος που έλεγχε το σώμα μου μιλούσε και σεβόταν την παρουσία μου έστω και ως παρατηρητή.

Το ταξίδι μας συνεχίστηκε και ο σαμουράι μου μιλούσε αρκετά συχνά. Μου είπε την ιστορία του. Κάποια χρόνια πριν είχε συμμετάσχει σε μία μονομαχία με έναν άλλο σαμουράι, τον Όσιμα Φούτζιο, μπροστά στον αυτοκράτορα. Ο Μάτσουντα κέρδισε την μονομαχία και ο αυτοκράτορας οργάνωσε μία γιορτή προς τιμή του. Μετά το τέλος της γιορτής ενώ γύριζε στο δωμάτιο του, ο Όσιμα τον κάρφωσε θανάσιμα πισώπλατα.

Μετά από τρεις μέρες ταξίδι φτάσαμε στην πόλη Νακαμούρα. Εκεί επισκεφτήκαμε ένα γέρο σιδηρουργό, χρόνια φίλος με την οικογένεια του Μάτσουντα. Αφού έμαθε την ιστορία και το λόγο της επίσκεψης του, συμφώνησε να του σφυρηλατήσει μία κατάνα. Ανακοίνωσε επίσης, ότι θα ήταν η καλύτερη κατάνα που είχε σφυρηλατήσει ποτέ. Ένα μήνα αργότερα η κατάνα ήταν έτοιμη, ο Μάτσουντα την ξεθήκωσε και ένιωσα την δύναμη της, ίσως να ένιωσα την δύναμη της αποφασιστικότητας του Μάτσουντα για εκδίκηση.

Από την Νακαμούρα κινηθήκαμε βόρεια και μετά από αρκετές μέρες πορείας φτάσαμε στην πόλη Κότσι. Κινηθήκαμε γρήγορα προς την οικία του Όσιμα. Καθώς φτάσαμε, μπροστά μας υπήρχαν στρατιώτες.

«Δεν έχω τίποτα εναντίον σας, αν δεν θέλετε να χάσετε την ζωή σας φύγετε από μπροστά μου», τους είπε ο Μάτσουντα με ήρεμη φωνή. «Ήρθα να προκαλέσω σε μονομαχία τον δειλό Όσιμα Φούτζϊο», φώναξε ο Μάτσουντα και το μέρος τραντάχτηκε από την φωνή του.

Μετά από λίγα λεπτά ο Όσιμα εμφανίστηκε μπροστά μας.

«Ώστε ζεις τελικά» είπε χαμογελώντας στον Μάτσουντα, «δέχομαι την πρόκληση σου».

Η μονομαχία ήταν σκληρή αλλά το επίπεδο και η αποφασιστικότητα του Μάτσουντα υπερνίκησαν τον αντίπαλο του. Λίγα λεπτά αργότερα ο Όσιμα κείτονταν νεκρός στο έδαφος.

«Σε ευχαριστώ που μου έδωσες ακόμα και χωρίς την θέληση σου την δυνατότητα να πάρω την εκδίκηση μου», μου είπε.

Μετά τον Μάτσουντα και άλλες ψυχές έπαιρναν τον έλεγχο του σώματος μου, η μία μετά την άλλη. Η κάθε μία με τους δικούς της σκοπούς που τις περισσότερες φορές ήταν ο θάνατος κάποιου άλλου ανθρώπου. Χρόνια πορευόμουν σαν παρατηρητής του ίδιου μου του σώματος, να βλέπω γύρω μου θάνατο και να μην μπορώ να κάνω τίποτα.

Από ένα σημείο και μετά σταμάτησα να ακούω τις ψυχές που με έλεγχαν, δεν είχε νόημα να προσπαθώ να καταλάβω τον πόνο τους και να προσπαθώ να δικαιολογήσω τις πράξεις τους. Είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι το μάθημα που ήθελε να μου διδάξει ο δαίμονας. Πολλές φορές άκουγα εκείνο το αποτρόπαιο γέλιο του, σαν να με παρακολουθούσε και να διασκέδαζε με τον πόνο μου.

Δεν ξέρω πόσα χρόνια πέρασαν από εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ. Η τελευταία ψυχή που έλεγχε το σώμα μου έφυγε πριν δύο μέρες. Χίλιες ψυχές, χίλια διαφορετικά πρόσωπα πέρασαν από αυτό το διαλυμένο σώμα.

«Σαράντα», άκουσα την φωνή του νεαρού μοναχού. Άνοιξα τα μάτια μου, δεν είχα καταλάβει το τα είχα κλειστά όσο ώρα αφηγόμουν την ιστορία μου. Ο μοναχός με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια. «Σαράντα χρόνια πέρασαν», μου είπε και ξέσπασε σε λυγμούς.

Κατέβασε το πάνω μέρος της ρόμπας του, για να μου δείξει τα χέρια του, ήταν παραμορφωμένα. Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπο μου αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου ήταν δάκρυα χαράς. Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα ευτυχισμένος.

«Συγχώρεσε με γέροντα, εξαιτίας μου πέρασες τόσα πολλά στη ζωή σου, συγχώρεσε με», μου είπε και το κλάμα του ακούστηκε σε όλο το μέρος.

Κινήθηκα προς το μέρος του και τον πήρα αγκαλιά. Τον κρατούσα πάλι στα χέρια μου έπειτα από σαράντα χρόνια. Το ότι ήταν μπροστά μου ζωντανός και γερός με κάνει να ξεχνάω αυτά που πέρασα. Ακόμα και αν μου δινόταν μία δεύτερη ευκαιρία πάλι την ίδια επιλογή θα έκανα.

«Έχασες δαίμονα, δεν μπορείς να με βασανίσεις άλλο, πεθαίνω ευτυχισμένος», είπα και έκλεισα τα μάτια μου για τελευταία φορά.