Το κοράκι με τα κίτρινα μάτια

Είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει, όταν ο αγγελιοφόρος, αν και κατάκοπος, κατάφερε να φθάσει στον στρατιωτικό καταυλισμό. Ταξίδευε τρία μερόνυχτα, χωρίς να σταματήσει. Ξεπέζεψε από το άλογο του, ενώ εκείνο ακόμα έτρεχε. Τόσο πολύ βιαζόταν. Είδε μια ομάδα από στρατιώτες να ξεκουράζονται γύρω από μια φωτιά. Κινήθηκε τρέχοντας κοντά τους και τους ζήτησε πληροφορίες για κάποιον που έψαχνε.

Οι στρατιώτες πάγωσαν και έχασαν το χρώμα τους, στο άκουσμα του ονόματος, που έψαχνε ο αγγελιοφόρος. Με συνοπτικές διαδικασίες του είπαν ότι ο μισθοφόρος που ψάχνει, βρίσκεται έξω από το στρατόπεδο. Είχε κατασκηνώσει στην κορυφή του κοντινού λόφου, μόνος του. Χωρίς να ρωτήσει κάτι άλλο, ο νεαρός άνδρας, τράβηξε προς την κατεύθυνση που του υπέδειξαν.

Ανέβηκε στην κορυφή του λόφου, τρέχοντας, σαν κάποιος να τον κυνηγούσε. Εντόπισε εύκολα μια μεγάλη φωτιά να καίει, και διέκρινε μια ανθρώπινη φιγούρα να κάθεται απέναντί της. Πλησίασε και είδε έναν μεγαλόσωμο άνδρα να ακονίζει το σπαθί του δίπλα στην φωτιά. Τα μακριά μαύρα του μαλλιά, έπεφταν μπροστά στο πρόσωπό του. Φορούσε μια μαύρη πανοπλία με ασημένια σχέδια στους ώμους της. Τα μεταλλικά γάντια της, στο σημείο των δαχτύλων, κατέληγαν σε ισάριθμα νύχια.

Ο αγγελιοφόρος έμεινε για μερικά λεπτά, να τον κοιτά αποσβολωμένος. Η παρουσία του άνδρα, τον γέμιζε δέος και φόβο παράλληλα.

«Ζάρνταλ;», ρώτησε χαμηλόφωνα και ξέπνοα ο αγγελιοφόρος. Δεν πήρε όμως καμιά απάντηση από τον άνδρα. «Ο πατέρας σου με έστειλε να σε βρω». Για πρώτη φορά, ο μισθοφόρος αντιλήφθηκε την παρουσία του νεαρού άνδρα. «Η οικογένειά σου δέχθηκε επίθεση», συνέχισε ο αγγελιοφόρος.

Ο Ζάρνταλ σταμάτησε να ακονίζει το σπαθί του και κοίταξε διαπεραστικά τον συνομιλητή του, με μάτια που έκαιγαν από οργή. Ο αγγελιοφόρος έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος όταν αντίκρισε αυτό το βλέμμα. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και φωνή δεν έβγαινε από τα χείλη του.

Ο πολεμιστής σηκώθηκε με αργές κινήσεις και πέταξε στη φωτιά το σπαθί που κρατούσε. Μπήκε μέσα στη σκηνή του, για να μαζέψει τα υπάρχοντά του. Η σκηνή του, αν και μικρή, ήταν ευρύχωρη. Στάθηκε μπροστά από ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο, το οποίο ήταν διακοσμημένο με μαγικές σφραγίδες. Ο Ζάρνταλ πρόφερε τη μαγική λέξη, και το μπαούλο άνοιξε. Μια κοκκινόμαυρη αύρα αναδύθηκε για λίγη ώρα. Έβγαλε και σήκωσε με προσοχή, ένα μεγάλο σπαθί. Ήταν σχεδόν το διπλάσιο σε μέγεθος, από αυτό που κρατούσε προηγουμένως. Θαύμασε με ευχαρίστηση τη μαύρη λαβή του, η οποία ήταν σκαλισμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να μοιάζει με δαιμονικά κέρατα. Ένιωσε το βάρος του όπλου στο χέρι του και το κρέμασε στην πλάτη της πανοπλίας του. Ξεκρέμασε και φόρεσε το μαύρο μεταλλικό κράνος του και βγήκε από την σκηνή. Χωρίς να δώσει σημασία στον νεαρό, που είχε παραλύσει, άρχισε να απομακρύνεται.

«Έρχομαι κι εγώ», είπε με τρεμάμενη φωνή ο αγγελιοφόρος.

«Θα με καθυστερήσεις», απάντησε ήρεμα ο μισθοφόρος και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Όταν έμεινε μόνος ο νεαρός άνδρας, ένα σατανικό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Σηκώθηκε ήρεμα και τίναξε τα σκονισμένα του ρούχα. Πρόφερε κάποιες λέξεις και το σώμα του άρχισε να συσπάται. Σε λίγες στιγμές, ο αγγελιοφόρος είχε μεταμορφωθεί σε ένα κοράκι. Πέταξε ψηλά, άρχισε να ακολουθεί τον πολεμιστή και να τον παρακολουθεί από απόσταση, με τα κίτρινα μάτια του.

Αφού απομακρύνθηκε αρκετά από το στρατόπεδο, ο Ζάρνταλ σταμάτησε. Γονάτισε και ακούμπησε τη δεξιά του παλάμη στο έδαφος.

«Έλα πιστέ μου σύντροφε, εμφανίσου», είπε ψιθυριστά. Μετά από λίγο το έδαφος άρχισε να δονείται. Μια τεράστια ρωγμή εμφανίστηκε, λες και το έδαφος σχίστηκε στα δύο. Φλόγες αναδύθηκαν από τη σχισμή και ένα άγριο χλιμίντρισμα ακούστηκε. Έπειτα, ένα μαύρο άλογο πετάχτηκε μέσα από τις φλόγες και προσγειώθηκε δίπλα στον πολεμιστή. Φλόγες έβγαιναν από την χαίτη, την ουρά και τις οπλές του. Κοίταξε με τα κόκκινα μάτια του, αυτόν που το κάλεσε και χλιμίντρισε υποτακτικά. Ο Ζάρνταλ ανέβηκε περίτεχνα στο μαύρο άτι, χωρίς να επηρεάζεται από τις φλόγες του. Του ψιθύρισε στο αυτί και το άλογο άρχισε να υψώνεται προς τον ουρανό. Αφού βρέθηκε αρκετές δεκάδες μέτρα πάνω από το έδαφος, άρχισε να καλπάζει σαν τον άνεμο, προς το σπίτι του πολεμιστή.

Σε μερικές ώρες, είχαν φθάσει στον προορισμό τους. Ένα μικρό χωριό εκτείνονταν από κάτω τους. Το πατρικό σπίτι του πολεμιστή βρισκόταν στα περίχωρα του χωριού. Ησυχία επικρατούσε στην περιοχή. Αν και ήταν νύχτα, ο Ζάρνταλ θεώρησε ότι αυτή η ησυχία ήταν πολύ ύποπτη. Αφού έκανε δύο τρεις γύρους πάνω από το χωριό, αποφάσισε να κατέβει στο έδαφος και να συνεχίσει με τα πόδια για την οικία του.

Ο πολεμιστής οδήγησε το άλογο σε ένα μεγάλο ανοιχτό μέρος, στο κέντρο στου χωριού. Το δαιμονικό άλογο, αφού αιωρήθηκε για λίγο, προσγειώθηκε απαλά. Ο πολεμιστής κατέβηκε από το άλογό του και πάτησε γερά στο έδαφος. Αποχαιρέτησε τον σύντροφό του και εκείνο εξαφανίστηκε, όπως είχε εμφανιστεί, λουσμένο στις φλόγες.

Μόνος πλέον, παρατήρησε το χώρο γύρω του. Το φως του φεγγαριού ήταν αρκετά δυνατό και προσέφερε αρκετά μέτρα ορατότητας στον πολεμιστή. Παντού υπήρχαν πτώματα και μια μυρωδιά σάπιου κρέατος καταλάμβανε το μέρος. Περιεργάστηκε τα πτώματα και παρατήρησε όλων των ειδών τις πληγές πάνω τους. Σε πολλά από τα νεκρά σώματα, υπήρχαν σημάδια από τεράστιες δαγκωματιές. Ολόκληρα κομμάτια σάρκας λείπανε από τα θύματα, ενώ σε κάποια από αυτά, είχε απομείνει μόνο το πάνω ή το κάτω μέρος του σώματός τους. Κάποιους τους αναγνώρισε ως κατοίκους του χωριού. Κάποιοι, άγνωστοι σε εκείνον, φορούσαν πανοπλίες, είτε δερμάτινες είτε μεταλλικές. Ίσως να ήταν μισθοφόροι ή ληστές, που ήρθαν να λεηλατήσουν το μέρος, σκέφτηκε ο πολεμιστής.

Κρωξίματα έσπασαν την ηρεμία της νύχτας. Ομάδες από κοράκια έβγαιναν από τα δένδρα, τις στέγες των σπιτιών κι από οπουδήποτε αλλού ήταν οι κρυψώνες τους. Μαζεύτηκαν σε ένα σμήνος και πέταξαν μακριά σαν ένα μαύρο σύννεφο. Ένα κοράκι έμεινε πίσω, καλά κρυμμένο μέσα στις φυλλωσιές ενός γέρικου πλατάνου. Εδώ και ώρα, είχε τα κίτρινα μάτια του καρφωμένα πάνω στον πολεμιστή και παρατηρούσε τις κινήσεις του.

Το έδαφος άρχισε να δονείται. Ο πολεμιστής τράβηξε το σπαθί του και έμεινε σε στάση φύλαξης, έτοιμος να αντιμετωπίσει την όποια απειλή εμφανίζονταν μπροστά του. Ξαφνικά, δεκάδες κόκαλα σε διάφορα μεγέθη και σχήματα αναδύθηκαν από το έδαφος. Έμειναν για λίγες στιγμές να αιωρούνται και ύστερα, άρχισαν συγκεντρώνονται όλα μαζί σε ένα σημείο. Μια σφαιρική μάζα δημιουργήθηκε. Σταδιακά, τα κόκαλα ενώνονταν το ένα με το άλλο και σε λίγα δευτερόλεπτα το δημιούργημα, πήρε μορφή. Ένας σκελετωμένος δράκος έκανε την εμφάνισή του, εκεί που πριν από λίγο υπήρχε μια άμορφη μάζα. Η φιγούρα του ήταν επιβλητική κάτω από το φεγγαρόφωτο, κάνοντας το λευκό του χρώμα να λάμπει μέσα στο σκοτάδι. Το ύψος του ξεπερνούσε τα έξι μέτρα και το μήκος του ήταν πάνω από δέκα μέτρα. Όλο του το σώμα ήταν σκελετωμένο, ούτε ένα κομμάτι σάρκας δεν υπήρχε πάνω του. Κοίταξε τον πολεμιστή με τις άδειες κόγχες των ματιών του. Τέντωσε τα σκελετωμένα φτερά του και βρυχήθηκε με έναν ανατριχιαστικό και απόκοσμο ήχο, προσπαθώντας να κάνει το θύμα του να παγώσει από τον φόβο του.

Ο Ζάρνταλ δεν πτοήθηκε από την παρουσία του τέρατος. Κράτησε το σπαθί του με τα δυο του χέρια και άρχισε να τρέχει κατά πάνω του. Καθώς πλησίαζε, ο δράκος επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον του, προσπαθώντας να τον δαγκώσει με τα τεράστια δόντια του. Ο πολεμιστής απέφυγε την τελευταία στιγμή το χτύπημα, κάνοντας ένα βήμα στα αριστερά του και ανταπέδωσε. Χτύπησε με δύναμη το κρανίο του δράκου, σπρώχνοντάς το μακριά. Σπίθες πετάχτηκαν κατά την σύγκρουση της λεπίδας του όπλου, με το κοκάλινο κρανίο. Εκείνη την στιγμή, ο πολεμιστής παρατήρησε μια ρωγμή στο δεξί μάτι του πλάσματος, η οποία φανέρωνε πιθανότατα τον τρόπο με τον οποίο είχε πεθάνει ο δράκος, πριν μεταμορφωθεί σε αυτό το βδέλυγμα.

Το πλάσμα επιτέθηκε ξανά με το δεξί φτερό του. Εκείνος έσκυψε και απέφυγε το χτύπημα. Δεν είδε, όμως, ποτέ την ουρά του τέρατος, που είχε κινηθεί παράλληλα με το φτερό του. Η σκελετωμένη ουρά, χτύπησε με δύναμη πάνω στο θώρακα της πανοπλίας του. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό, που τον εκτόξευσε αρκετά μέτρα πίσω. Ο πολεμιστής έπεσε με δύναμη πάνω στον ξύλινο τοίχο ενός σπιτιού, δημιουργώντας μια καινούργια πόρτα στο μπροστινό του μέρος.

Ο Ζάρνταλ, αφού συνήλθε από το χτύπημα, πέταξε τα συντρίμμια από πάνω του και βγήκε από το άνοιγμα που είχε δημιουργήσει η πτώση του. Κοίταξε οργισμένος το πλάσμα. Τότε πρόσεξε, ότι ο δράκος είχε ορθάνοιχτο το στόμα του και συγκέντρωνε μια σφαιρική μάζα μαύρης ενέργειας. Ο πολεμιστής κατάλαβε ότι καθυστέρησε πολύ να σηκωθεί, γιατί η σκοτεινή σφαίρα είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Δευτερόλεπτα αργότερα, μια τεράστια μπάλα ενέργειας ερχόταν κατά πάνω του. Με γρήγορες κινήσεις κάρφωσε το σπαθί του στο έδαφος. Κρατώντας σφιχτά την μαύρη λαβή του με τα δυο του χέρια, γονάτισε πίσω του.

Μια τεράστια έκρηξη σημειώθηκε, καθώς η σφαίρα ακούμπησε στο έδαφος. Μαύρες φλόγες εξαπλώθηκαν σε ακτίνα δεκάδων μέτρων. Σπίτια και δέντρα εξαϋλώθηκαν μονομιάς από την τερατώδη έκρηξη. Όταν τα κύματα σκοτεινής ενέργειας άρχιζαν να πλημμυρίζουν τον πολεμιστή, το καταραμένο σπαθί ξύπνησε. Δεκάδες μικρά και μεγάλα στόματα έκαναν την εμφάνισή τους στη λεπίδα του μαύρου όπλου. Ρουφούσαν αχόρταγα τη μαύρη ενέργεια, απολαμβάνοντας το εξαίσιο δείπνο τους, προστατεύοντας παράλληλα τον αφέντη τους.

Σκόνη κάλυψε την περιοχή μετά την καταστροφή. Όταν η σκόνη έπεσε, δύο πλάσματα ήταν ακόμα όρθια. Ο ένας ήταν ο πολεμιστής, με την πανοπλία του ακόμα να καπνίζει. Το άλλο πλάσμα ήταν το κοράκι με τα κίτρινα μάτια. Όταν σημειώθηκε η έκρηξη, μία αόρατη ενεργειακή ασπίδα κάλυψε το σώμα του. Το μικρό πλάσμα πέταξε αθόρυβα για λίγα μέτρα και έψαξε να βρει μια άλλη κρυψώνα, μιας και ο πλάτανος είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Βρήκε ένα αρκετά καλό μέρος στα ερείπια ενός σπιτιού και κούρνιασε εκεί, για να παρακολουθήσει τη συνέχεια της μάχης.

Ο δράκος μούγκρισε, καθώς έβλεπε τον πολεμιστή άθικτο από την επίθεσή του. Ο Ζάρνταλ τράβηξε το όπλο του από το έδαφος και το κράτησε ευθεία μπροστά του.

«Θυμήθηκες το μαύρο μου σπαθί, Κεβάλθ; Έτσι δεν ήταν το όνομα σου; Κεβάλθ ο Καταστροφέας της Ζωής», αναφώνησε ο πολεμιστής και άρχισε να κατευθύνεται προς το πλάσμα. «Ήσουν ένας περήφανος κόκκινος δράκος, πριν σου πάρω τη ζωή με αυτό το καταραμένο σπαθί. Αναγνώρισα την πληγή που έχεις στο μάτι σου. Τραύματα που γίνονται με αυτό το όπλο, δεν θεραπεύονται. Το μόνο που μένει να κάνω, είναι να σε σκοτώσω για δεύτερη φορά», ούρλιαξε και όρμησε στον δράκο.

Οι δυο αντίπαλοι κοιτάχτηκαν στα μάτια και ρίχτηκαν με λύσσα να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον. Ο δράκος επιχείρησε να δαγκώσει το πολεμιστή, αλλά εκείνος κύλισε με τούμπα κάτω από τα θανατηφόρα σαγόνια. Ο πολεμιστής βρισκόταν τώρα, κάτω από το οστέινο σώμα του δράκου. Χτύπησε γρήγορα και δυνατά, τα δύο μπροστινά πόδια του δράκου, ακριβώς πάνω από τους αστραγάλους. Τα κόκαλα δεν πρόσφεραν καμία αντίσταση στο καταραμένο σπαθί. Ήχοι σπασίματος ακούστηκαν και το μπροστινό μέρος το δράκου έγειρε προς το έδαφος. Ο πολεμιστής δεν έχασε ευκαιρία, άμεσα σκαρφάλωσε στο εσωτερικό μέρος του θώρακα του πλάσματος. Ύστερα χτύπησε με δύναμη το κοντινότερο κομμάτι της σπονδυλικής του στήλης. Η λεπίδα έκοψε το κόκκαλο, σαν να ήταν χάρτινο. Το σώμα του δράκου χωρίστηκε στα δύο, αφήνοντας το κτήνος τελείως ακινητοποιημένο.

Ο Ζάρνταλ περπάτησε αργά προς το κεφάλι του δράκου, που ήταν ακουμπισμένο στο έδαφος. «Σε ελευθερώνω από την μαγεία που σε κρατάει εδώ», είπε συμπονετικά. Σήκωσε το μαύρο του όπλο και κάρφωσε με δύναμη το οστέινο κρανίο του πλάσματος, διαλύοντας το. Αν ο ταλαιπωρημένος δράκος είχε σάρκα και δέρμα πάνω του, ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης θα υπήρχε στο πρόσωπο του.

Τα κόκαλα που απάρτιζαν το υπόλοιπο σώμα του, έπεσαν με θόρυβο στο έδαφος, έγιναν σκόνη και χάθηκαν μια για πάντα ακολουθώντας τον άνεμο. Ο πολεμιστής κρέμασε το σπαθί στην πλάτη του και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του.

Δέκα λεπτά αργότερα, είχε φθάσει στην εξώπορτα του αρχοντικού. Έσπρωξε την σκουριασμένη καγκελόπορτα και εκείνη άνοιξε τρίζοντας, έτοιμη να καταρρεύσει. Προχώρησε και κοίταξε με θλίψη, τους άλλοτε πανέμορφους κήπους. Τώρα ήταν όλα κατεστραμμένα και μαραμένα.

Αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία γέμισαν το μυαλό του. Θυμόταν με πόση φροντίδα και υπομονή περιποιόταν αυτούς τους κήπους ο πατέρας του. Είχε κι εκείνος ένα μικρό φτυάρι και έλεγε ότι φύτευε, αλλά το μόνο που κατάφερνε, ήταν να λερώνεται με τα χώματα. Ακόμα θυμόταν τις φωνές της μάνας του που τον επίπληττε και τον πατέρα του να γελάει με τα καμώματά του. Ένα πικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του, καθώς τα θυμόταν όλα αυτά.

Προχώρησε για λίγα μέτρα σκεπτικός και έφθασε στην είσοδο του αρχοντικού. Περιεργάστηκε το κτίριο. Του φάνηκε ότι ήταν ετοιμόρροπο, σαν να είχαν να το φροντίσουν χρόνια. Πεταμένα παραθυρόφυλλα βρίσκονταν στο έδαφος και ήχοι τριξίματος ακούγονταν από το κτίριο, κάθε φορά που φυσούσε ο αέρας.

Δεν περίμενα να επιστρέψω ξανά στο πατρικό μου σπίτι. Και αν επέστρεφα, σίγουρα δεν θα ήταν γι' αυτόν τον λόγο, σκεφτόταν ο πολεμιστής.

Κοντοστάθηκε για λίγα λεπτά στην πόρτα. Αφού πήρε μια ανάσα, την έσπρωξε με δύναμη και περπάτησε στο εσωτερικό του κτιρίου. Άναψε ένα δαυλό που βρήκε κρεμασμένο στον τοίχο και άρχισε να ερευνά το χώρο. Τα έπιπλα ήταν σχεδόν όλα σπασμένα. Όσα από αυτά ήταν ακόμα άθικτα, ήταν πεταμένα και αναποδογυρισμένα σε διάφορα δωμάτια. Ξεραμένες κηλίδες αίματος υπήρχαν στους τοίχους και τους διαδρόμους. Ο πολεμιστής έφθασε στο συμπέρασμα, ότι κάποια μάχη είχε γίνει εδώ, καιρό πριν. Άκουσε τριξίματα από τον πάνω όροφο και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα, που βρισκόταν στο κέντρο του αρχοντικού.

Ο Ζάρνταλ άρχισε να ανεβαίνει την σκάλα με αργά και προσεχτικά βήματα. Μόλις έφθασε στον επάνω όροφο, δεκάδες αναμμένα κεριά έκαναν την εμφάνισή τους. Εμφανίστηκαν σε δύο σειρές, αριστερά και δεξιά από τον πολεμιστή, δημιουργώντας ένα μονοπάτι. Ο πολεμιστής ακολούθησε περίεργος το φωτεινό μονοπάτι. Που και που, σταμάταγε και θαύμαζε τα κεριά που αιωρούνταν, χωρίς να ακουμπάνε πουθενά. Το μονοπάτι σταματούσε σε μια μεγάλη ξύλινη δίφυλλη πόρτα. Στο δωμάτιο αυτό, υπήρχε παλιότερα η μεγάλη τραπεζαρία, την οποία χρησιμοποιούσαν σε γιορτές και λοιπές συγκεντρώσεις.

Ο πολεμιστής άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα. Κεριά ήταν αναμμένα, περιμετρικά στους τοίχους, φωτίζοντας ολόκληρο το δωμάτιο. Ένα μεγάλο τραπέζι βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι καθόταν αντικριστά στις άκρες του τραπεζιού. Η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή και επέτρεπε το φως του φεγγαριού να μπαίνει μέσα. Ένας άνδρας καθόταν μπροστά στην μπαλκονόπορτα και απολάμβανε το φεγγάρι. Το παρουσιαστικό και η συμπεριφορά του άνδρα, δήλωναν άτομο ευγενικής καταγωγής. Ήταν αδύνατος, φορούσε μια μεταλλική πανοπλία στο χρώμα του αίματος. Είχε ένα σπαθί περασμένο στη μέση του, στολισμένο με χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Μακριά μαύρα μαλλιά έπεφταν ευθεία στους ώμους του, φτάνοντας μέχρι την πλάτη του. Κρατούσε ένα κρυστάλλινο ποτήρι, το οποίο ήταν γεμάτο με κρασί. Κούνησε απαλά και κυκλικά το ποτήρι του, ύστερα μύρισε το περιεχόμενό του και δοκίμασε.

«Εξαιρετικό», είπε ο άνδρας κοιτάζοντας τον πολεμιστή. «Μα πού είναι οι τρόποι μου; Παρακαλώ, κάθισε. Τέτοιο κρασί δεν έχεις ξαναδοκιμάσει!», συνέχισε.

Ανώτερο βαμπίρ, σκέφτηκε ο Ζάρνταλ, αλλά δεν σχολίασε τίποτα. Κατευθύνθηκε προς το τραπέζι και κάθισε στο κέντρο, απέναντι από το βαμπίρ. Έβγαλε το μαύρο κράνος του και το τοποθέτησε πάνω στο τραπέζι.

«Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε ήρεμα και πολιτισμένα», είπε το βαμπίρ. «Μην ανησυχείς δεν θα πειράξω τους γονείς σου. Όπως βλέπεις είναι σώοι και αβλαβείς», συμπλήρωσε.

«Δεν είναι οι γονείς μου αυτοί! Οι ψευδαισθήσεις σου δεν πιάνουν σε εμένα», τόνισε ο πολεμιστής. Εκείνη την στιγμή, το ηλικιωμένο ζευγάρι εξαφανίστηκε.

«Μα... πώς;», μουρμούρισε το βαμπίρ. «Συναισθηματικά και μόνο θα έπρεπε να δυσκολευτείς να το καταλάβεις».

«Οι γονείς μου είναι νεκροί, ανόητε!», είπε και γέλασε δυνατά ο πολεμιστής. «Είναι νεκροί εδώ και ογδόντα χρόνια!».

Το βαμπίρ άρχισε να οργίζεται. «Τότε γιατί ήρθες;», ρώτησε, προσπαθώντας να δείχνει ψύχραιμος.

«Από περιέργεια... Νόμιζες ότι με ξεγέλασε ο Αγγελιοφόρος;», είπε γελώντας ακόμα μία φορά ο πολεμιστής.

Το βαμπίρ δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο την ψυχραιμία του. Οι κυνόδοντές του, άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Σήκωσε και πέταξε με δύναμη το τραπέζι στον πολεμιστή και τράβηξε το σπαθί του. Ο πολεμιστής χτύπησε με την γροθιά του το τραπέζι, που ερχόταν καταπάνω του, σπάζοντας το σε κομμάτια και τράβηξε κι εκείνος το όπλο του.

Το βαμπίρ χίμηξε και προσπάθησε να καρφώσει τον πολεμιστή στο στήθος. Η επίθεσή του αποκρούστηκε εύκολα από το μαύρο σπαθί. Με απίστευτη ταχύτητα το βαμπίρ βρέθηκε πίσω από τον πολεμιστή και τον τρύπησε στην πλάτη. Ο πολεμιστής ούρλιαξε από τον πόνο και γύρισε απότομα για να χτυπήσει το βαμπίρ με ένα αριστερόστροφο πλάγιο χτύπημα. Ο αντίπαλός του ήταν πιο γρήγορος και απέφυγε το χτύπημα. Άλλη μια επίθεση από το βαμπίρ, κατέληξε στο μηρό του αντιπάλου του. Η ταχύτητά του ήταν ασύλληπτη. Το βαμπίρ συνέχισε να παίζει με το θύμα του, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο χτύπημα βρήκαν το στόχο τους. Ο πολεμιστής δεν κατάφερε ποτέ να αποκρούσει κάποια τις επιθέσεις του. Αίμα άρχισε να τρέχει από τις πληγές του πολεμιστή και το βαμπίρ έγλειψε τα χείλη του για το επερχόμενο γεύμα του.

«Ας κάνουμε πιο ενδιαφέρουσα τη μάχη μας... για μένα», είπε γελώντας το βαμπίρ με αλαζονικό ύφος. Με μία κίνηση του χεριού του, έσβησε όλα τα κεριά του δωματίου. Το φως του φεγγαριού εξαφανίστηκε λες και κάποιο σύννεφο το είχε μπλοκάρει. Αν ο πολεμιστής μπορούσε να δει έξω, θα διαπίστωνε, πως ένα μεγάλο σμήνος από κοράκια πετούσε αθόρυβα, κάνοντας κύκλους, πάνω από το μπαλκόνι.

«Για να δω πώς θα πολεμήσεις στο απόλυτο σκοτάδι», είπε περιπαικτικά το βαμπίρ. Και τα κατακόκκινα μάτια του έλαμψαν.

«Είχα κάνει μια συμφωνία με το είδος σου. Δεν θα έμπαινε ο ένας στο δρόμο του άλλου. Μια συμφωνία, που με μεγάλη μου χαρά, εσύ την αθέτησες», είπε με βαριά φωνή ο πολεμιστής.

Το βαμπίρ σάστισε, καθώς ένα ακόμη ζευγάρι κόκκινα μάτια έλαμπε στο σκοτάδι απέναντί του. Όρμησε πάνω στον πολεμιστή. Αυτήν τη φορά όμως, αυτός που ούρλιαξε, ήταν το βαμπίρ. Το καταραμένο σπαθί του πολεμιστή είχε διαπεράσει το στέρνο του. Πήδηξε γρήγορα προς τα πίσω και περίμενε λίγα δευτερόλεπτα για να θεραπευτεί η πληγή του. Πανικός κατέλαβε το βαμπίρ όταν διαπίστωσε ότι η πληγή του δεν έκλεινε. Στεκόταν παγωμένο στη θέση του, ακούγοντας τον πολεμιστή να πλησιάζει με αργά, βαριά βήματα.

«Τα κόκκινα μάτια... η μαύρη πανοπλία... το καταραμένο σπαθί... Εσύ;», αναφώνησε τρικλίζοντας το βαμπίρ. Αν είχε ζωτικά υγρά το σώμα του, τότε σίγουρα θα έσταζε κρύος ιδρώτας από το πρόσωπό του.

Το βαμπίρ μεταμορφώθηκε σε σύννεφο καπνού και αιωρήθηκε προς την μπαλκονόπορτα. Καθώς ήταν έτοιμο να απολαύσει την ελευθερία του, ακινητοποιήθηκε. Κοίταξε με έκπληξη πίσω του και είδε το χέρι του πολεμιστή να έχει γαντζώσει την αέρινη μορφή του. Ο Ζάρνταλ τραβούσε την αέρια μάζα, πάλι μέσα στο δωμάτιο.

«Αφέντη βοήθεια... αφέντη μη με εγκαταλείπεις», ούρλιαζε το βαμπίρ.

Το κοράκι με τα κίτρινα μάτια παρακολουθούσε την συζήτηση και την μάχη που ακολούθησε, εδώ και ώρα. Είχε κάνει μια γητεία πάνω του και είχε γίνει αόρατο. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά, που άκουσε τον υπηρέτη του, καθώς απομακρυνόταν από το παλιό αρχοντικό.

Αναρωτιόταν, αν τελικά εκείνο είχε στήσει παγίδα στον πολεμιστή ή ο πολεμιστής σε αυτό. Όπως και να 'χει, όμως, αυτό που έπρεπε να κάνει, το έκανε.

Σύντομα, ο πόλεμος θα ξεκινήσει...